συγκινητικός
άλλοΠου προκαλεί έντονη συναισθηματική φόρτιση, συγκίνηση ή βαθιά ευαισθησία.
Συνώνυμα
συγκινήσιμος σπαρακτικός συγκλονιστικός συγκινησιακός συναισθηματικός αισθηματικός μελό δραματικός καθηλωτικός τρυφερός ανατριχιαστικός υποβλητικός λυπητερός συναρπαστικός καρδιακός έντονος σαγηνευτικός ενδιαφέρων πένθιμος συνταρακτικός συγκινημένος
Αντώνυμα
ασυγκίνητος αδιάφορος ψυχρός απαθής ανεπηρέαστος αναίσθητος ανέκφραστος αμέτοχος κωμικός ξεκαρδιστικός γελοίος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συγκινητικός επίλογος της ταινίας έκανε πολλούς να δακρύσουν.
- Η συγκινητική επιστολή της μητέρας συγκίνησε όλη την οικογένεια.
- Το συγκινητικό τραγούδι στο ραδιόφωνο κράτησε την αίθουσα σιωπηλή.
- Οι συγκινητικές στιγμές του γάμου τους θα μείνουν αξέχαστες.
- Τα λόγια του παππού ήταν συγκινητικά και όλοι τον άκουγαν προσεκτικά.