απρόσωπος

επίθετο

1. Που δεν εκφράζει προσωπικά χαρακτηριστικά ή συναισθήματα και εμφανίζεται χωρίς ανθρώπινη ζεστασιά ή ατομικότητα.

2. Που αφορά διαδικασίες, δομές ή συμπεριφορές χωρίς εξατομίκευση ή προσωπική παρέμβαση, λειτουργεί με τυπικότητα και ουδετερότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εξυπηρέτηση στο κέντρο ήταν τόσο απρόσωπη που ένιωσα ανεπιθύμητος.
  • Το γραφείο έστειλε ένα απρόσωπο ενημερωτικό μήνυμα σε όλους τους πελάτες.
  • Οι απαντήσεις που λάβαμε ήταν απρόσωπες και χωρίς εξηγήσεις.
  • Ο κανονισμός έχει έναν απρόσωπο χαρακτήρα, δεν αναφέρεται σε άτομα.
  • Στη γραμματική, η απρόσωπη σύνταξη περιλαμβάνει ρήματα χωρίς σαφές υποκείμενο.