υπεύθυνος
επίθετο1. Που έχει καθήκοντα, αρμοδιότητα ή υποχρέωση να φροντίζει, να διευθύνει ή να λαμβάνει αποφάσεις για κάποιο άτομο, ομάδα ή ζήτημα.
Συνώνυμα
αρμόδιος διαχειριστής επιφορτισμένος μυαλωμένος υπόλογος υπαίτιος επικεφαλής προϊστάμενος εντεταλμένος επιμελητής επίτροπος αρχηγός ηγέτης επιβλέπων ένοχος διοικητής υπουργός επιστάτης ευσυνείδητος συνεπής συνετός συντονιστής φρόνιμος ώριμος αφεντικό διευθυντής διοργανωτής εμπιστεύσιμος επόπτης επιθεωρητής θεματοφύλακας φροντιστής εγγυητής καπετάνιος άρχων προστάτης πρόεδρος έμπιστος λοχίας χειριστής αξιωματούχος καταστηματάρχης κηδεμόνας ορθολογικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο υπεύθυνος του τμήματος ανακοίνωσε τις νέες οδηγίες.
- Είσαι υπεύθυνος για το σπασμένο τζάμι;
- Η υπεύθυνη της τάξης μοιράζει το υλικό στους μαθητές.
- Οι υπεύθυνοι του έργου συναντήθηκαν για τον προγραμματισμό.
- Το υπεύθυνο πρόσωπο δεν ήταν στον χώρο όταν συνέβη το περιστατικό.
- Νιώθω υπεύθυνος για την απόφαση που πήρα χθες.