συναισθηματικός

επίθετο

1. Που σχετίζεται με τα συναισθήματα ή τις συναισθηματικές αντιδράσεις.

2. Που εμφανίζει ή εκφράζει έντονα συναισθήματα και συγκινείται εύκολα.

3. Που υπαγορεύεται ή επηρεάζεται κυρίως από αισθήματα παρά από λογική ή αντικειμενικά κριτήρια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιώργος είναι πολύ συναισθηματικός και συγκινείται εύκολα.
  • Η ταινία ήταν τόσο συναισθηματική που βγήκαμε όλοι συγκινημένοι.
  • Προσπάθησε να μην πάρεις μια συναισθηματική απόφαση χωρίς σκέψη.
  • Οι συναισθηματικοί δεσμοί με την οικογένεια είναι πολύ ισχυροί.
  • Το συναισθηματικό τραύμα χρειάζεται χρόνο για να επουλωθεί.