μέτριος
επίθετο1. Που έχει μέτριο μέγεθος, βαθμό ή ένταση σε σχέση με το συνηθισμένο ή το αναμενόμενο.
2. Που παρουσιάζει μέση ή κοινή ποιότητα, χωρίς αξιοσημείωτη αριστεία ή βαριά έλλειψη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
άριστος εξαιρετικός εξαίρετος τέλειος υπέροχος εξαίσιος θαυμάσιος άψογος κορυφαίος διακεκριμένος θαυμαστός φοβερός τρομερός καταπληκτικός φανταστικός εκπληκτικός λαμπρός διαστημικός σούπερ ακραίος αξιόλογος θεαματικός καταιγιστικός σπουδαίος εντυπωσιακός αξιοθαύμαστος εκλεκτός επιβλητικός θεσπέσιος θεϊκός συγκλονιστικός υποδειγματικός απίθανος υπερβολικός εντατικός τέλεια τοπ δραστικός εξέχων καθηλωτικός μεγαλειώδης ποιοτικός πολυτελής ανεπανάληπτος δεινός εξωφρενικός καλός σφοδρός φλογερός ειδικός έντονος σταρ χάλια γαμάτος υπέρτερος πρωτοκλασάτος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μαθητής στα μαθηματικά είναι μέτριος.
- Η ομάδα έπαιξε μέτρια στον αγώνα και δεν κατάφερε να νικήσει.
- Ο άνεμος είναι μέτριος και δεν αναμένονται προβλήματα για τα σκάφη.
- Το γεύμα χθες ήταν μέτριο, ούτε καλό ούτε κακό.
- Οι επιδόσεις της τάξης στο διαγώνισμα ήταν μέτριες.