μέτριος

επίθετο

1. Που έχει μέτριο μέγεθος, βαθμό ή ένταση σε σχέση με το συνηθισμένο ή το αναμενόμενο.

2. Που παρουσιάζει μέση ή κοινή ποιότητα, χωρίς αξιοσημείωτη αριστεία ή βαριά έλλειψη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μαθητής στα μαθηματικά είναι μέτριος.
  • Η ομάδα έπαιξε μέτρια στον αγώνα και δεν κατάφερε να νικήσει.
  • Ο άνεμος είναι μέτριος και δεν αναμένονται προβλήματα για τα σκάφη.
  • Το γεύμα χθες ήταν μέτριο, ούτε καλό ούτε κακό.
  • Οι επιδόσεις της τάξης στο διαγώνισμα ήταν μέτριες.