θορυβημένος
επίθετο1. Που βρίσκεται σε κατάσταση ανησυχίας, φόβου ή νευρικής έντασης, με εσωτερική αναστάτωση και δυσκολία συγκέντρωσης.
Συνώνυμα
αναστατωμένος ταραγμένος ανήσυχος αγχωμένος νευρικός εκνευρισμένος σαστισμένος αιφνιδιασμένος εκπλαγμένος σοκαρισμένος τρομαγμένος φοβισμένος συγχυμένος έκπληκτος πανικόβλητος πανικοβλημένος αμήχανος ζαλισμένος αφηρημένος αγωνιώδης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο θορυβημένος γείτονας βγήκε στο μπαλκόνι όταν άκουσε έναν δυνατό θόρυβο.
- Έμεινε θορυβημένος μετά τα νέα για το ατύχημα.
- Ο θορυβημένος σκύλος άρχισε να γαβγίζει και να τρέχει γύρω-γύρω.
- Ο θορυβημένος μαθητής απάντησε αμήχανα στην ερώτηση του καθηγητή.
- Ο θορυβημένος πελάτης απαίτησε να μιλήσει με τον διευθυντή.