αγωνιώδης
επίθετο1. Που εκδηλώνει έντονη εσωτερική ένταση και ανυπόμονη, συχνά επώδυνη προσμονή για την έκβαση ή την εξέλιξη κάποιου γεγονότος.
2. Που γίνεται με βιασύνη ή πίεση και χαρακτηρίζεται από έντονο άγχος λόγω επείγουσας ανάγκης ή σοβαρής ανησυχίας.
Συνώνυμα
απεγνωσμένος ανήσυχος αγχωμένος ταραγμένος ανυπόμονος απελπισμένος επείγων πυρετώδης ανάστατος τεταμένος συναρπαστικός νευρικός αγχώδης στρεσαρισμένος θορυβημένος τρομαγμένος φοβισμένος πανικόβλητος συγκλονισμένος επιτακτικός φρενήρης οδυνηρός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πατέρας ήταν αγωνιώδης όταν δεν είχε νέα από το παιδί.
- Η αναμονή στο νοσοκομείο ήταν αγωνιώδης μέχρι να φτάσει ο γιατρός.
- Η προσπάθεια της ομάδας ήταν αγωνιώδης και απέδωσε καρπούς.
- Ο τόνος του δημοσιογράφου ήταν αγωνιώδης όταν μετέδωσε την έκτακτη είδηση.
- Η μάχη στο γήπεδο ήταν αγωνιώδης μέχρι το τελευταίο λεπτό.