ενδιαφέρον
άλλο1. Η προσοχή ή η επιθυμία να μάθει κανείς, να εξετάσει ή να ασχοληθεί με κάτι, συνήθως λόγω της αξίας, της σημασίας ή της πρωτοτυπίας του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έδειξε ενδιαφέρον για το έργο.
- Το βιβλίο ήταν πολύ ενδιαφέρον.
- Υπήρξε μεγάλο ενδιαφέρον για τα εισιτήρια της συναυλίας.
- Αν έχει ενδιαφέρον, θα το δοκιμάσουμε σε μικρή κλίμακα.
- Το βασικό ενδιαφέρον της έρευνας ήταν οι κοινωνικές επιπτώσεις.