άτονος
επίθετο1. Που δεν φέρει τονισμό ή φωνητική έμφαση σε κάποια συλλαβή.
2. Που εκφράζεται χωρίς ένταση ή ζωηρότητα, με μειωμένη φωνητική ένταση ή συναίσθημα.
3. Που παρουσιάζει έλλειψη έντονου χρώματος ή ζωηρότητας στην εμφάνιση ή στον χαρακτήρα.
Συνώνυμα
μονότονος υποτονικός ανέκφραστος απαθής ουδέτερος αναιμικός χλιαρός ασυναισθηματικός ασθενής άχρωμος θαμπός ληθαργικός μουδιασμένος ψυχρός αδιάφορος άχαρος κουρασμένος ανίσχυρος ανιαρός ασθενικός μουντός άνοστος καχεκτικός
Αντώνυμα
τονισμένος έντονος εκφραστικός ζωντανός δυνατός εκθαμβωτικός ζωηρός μελωδικός παθιασμένος έμφατικός επιτακτικός ορεξάτος σπινθηροβόλος θερμός αστραφτερός λαμπερός κοφτερός γυαλιστερός φαντασμαγορικός
Παραδείγματα χρήσης
- Η άτονη φωνή του καθηγητή κουράζει τους μαθητές.
- Μετά την ασθένεια ένιωθε άτονος και του έλειπε η ενέργεια.
- Στη λέξη 'άνθρωπος' η δεύτερη συλλαβή είναι άτονη.
- Η μελωδία στο τέλος του τραγουδιού ακούστηκε άτονη και μονότονη.
- Το χρώμα του τοίχου είναι άτονο και χρειάζεται πιο ζωηρό τόνο.
- Στον πίνακα οι μορφές φαίνονται άτονες και χωρίς έκφραση.