γκρινιάρης

επίθετο

1. Που εκφράζει συχνά δυσαρέσκεια ή παραπονιέται εύκολα για μικροπράγματα.

2. Που παρουσιάζει μόνιμη ή συχνή τάση για αρνητικά σχόλια και απαισιόδοξη διάθεση, δυσχεραίνοντας την επικοινωνία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο γκρινιάρης συνάδελφος παραπονιόταν για τη θερμοκρασία όλη μέρα.
  • Μην είσαι γκρινιάρης — θα περάσουμε καλά.
  • Η γκρινιάρα φίλη μου παραπονιόταν για το πρόγραμμα του ταξιδιού.
  • Τα παιδιά έγιναν γκρινιάρηδες μετά από δύο ώρες παιχνιδιού στο αυτοκίνητο.
  • Έγινε γκρινιάρης όταν ανακάλυψε ότι είχε χαθεί η κράτηση.