δεμένος
επίθετο1. Που έχει δεθεί με σχοινί, κορδέλα ή άλλο μέσο και δεν μπορεί να κινηθεί ελεύθερα.
2. Που συγκρατείται με τρόπο που αποτρέπει την αλλαγή θέσης ή την αποσύνδεσή του από κάτι άλλο.
Συνώνυμα
δεσμευμένος σφιχτοδεμένος πιασμένος συνδεδεμένος προσκολλημένος αφοσιωμένος πιστός κολλημένος προσηλωμένος συνημμένος εγκλωβισμένος σφιχτός ερωτευμένος μπλεγμένος εμπλεγμένος δεσμωμένος δέσμιος συγκολλημένος συναρτημένος καρφωμένος παντρεμένος στιβαρός φυλακισμένος εξαρτημένος
Αντώνυμα
ελεύθερος αδέσμευτος αποδεσμευμένος απελευθερωμένος αποξενωμένος αποσυνδεδεμένος αποκολλημένος ανεξάρτητος απαλλαγμένος λυτρωμένος ξεδεμένος απεγκλωβισμένος αδιάφορος εργένης
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σκύλος είναι δεμένος στην αυλή.
- Έβαλε τη ζώνη και ήταν δεμένος καθ' όλη τη διαδρομή.
- Είναι πολύ δεμένη με την αδερφή της.
- Η ομάδα είναι δεμένη και πετυχαίνει συχνά τους στόχους της.
- Τα πακέτα ήταν δεμένα με σπάγκο.
- Ένιωθε δεμένος από την ευθύνη που είχε αναλάβει.