διεκδικητής

ουσιαστικό

Πρόσωπο ή ομάδα που διεκδικεί κάτι, συνήθως με αξίωση, προσπάθεια ή αγώνα για την απόκτησή του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο νέος διεκδικητής της προεδρίας μίλησε σε μεγάλη συγκέντρωση.
  • Η Μαρία θεωρείται σοβαρή διεκδικητής του τίτλου στο τένις.
  • Ο διεκδικητής του θρόνου βρέθηκε στο επίκεντρο των εξελίξεων.
  • Πολλοί διεκδικητές θέλησαν να πάρουν μέρος στον διαγωνισμό.
  • Κανένας διεκδικητής δεν κατάφερε να αποδείξει την υπεροχή του.