φοβερός
επίθετο1. Που προκαλεί φόβο ή τρόμο λόγω επικινδυνότητας, δύναμης ή απειλής.
2. Που προκαλεί έντονη εντύπωση ή δέος λόγω μεγέθους, ισχύος ή επιβλητικότητας.
3. Που στην καθομιλουμένη εκφράζει κάτι ιδιαίτερα εντυπωσιακό ή εξαιρετικό.
Συνώνυμα
τρομερός τρομακτικός τρομαχτικός σούπερ δεινός γαμάτος φρικτός καταπληκτικός εκπληκτικός απίστευτος εξαιρετικός υπέροχος σπουδαίος εξαίσιος θαυμαστός επιβλητικός εντυπωσιακός συναρπαστικός τέλειος φανταστικός απίθανος αξιοθαύμαστος απειλητικός εφιαλτικός φρικιαστικός θεϊκός καταστροφικός απαίσιος τραγικός άγριος θηριώδης εκθαμβωτικός σφοδρός ξεχωριστός αδιανόητος δυνατός κουλ διαστημικός ολέθριος αξιοσημείωτος ασύλληπτος θεαματικός μνημειώδης πρωτοκλασάτος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ταινία τρόμου ήταν φοβερή.
- Ο νέος κιθαρίστας του συγκροτήματος είναι φοβερός.
- Η καταιγίδα χθες το βράδυ ήταν φοβερή και προκάλεσε ζημιές.
- Το ατύχημα ήταν φοβερό.
- Οι συναυλίες τους φέτος ήταν φοβερές.