επιμελής
επίθετο1. Που ασκεί μια δραστηριότητα με προσοχή, φροντίδα και συνέπεια, αποφεύγοντας παραλείψεις και λάθη.
2. Που δίνει έμφαση στη λεπτομέρεια, φροντίζει για την καλή οργάνωση και την ακριβή εκτέλεση των εργασιών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αμελής απρόσεκτος ανευσυνείδητος ανεύθυνος επιπόλαιος τεμπέλης χαλαρός αδιάφορος αναβλητικός βιαστικός πρόχειρος αδρός ασυνεπής αφηρημένος αμέριμνος νωθρός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο επιμελής μαθητής παραδίδει πάντα τις εργασίες του στην ώρα τους.
- Η επιμελής νοικοκυρά καθαρίζει προσεκτικά κάθε γωνιά του σπιτιού.
- Ο επιμελής επιστήμονας ελέγχει επανειλημμένα τα αποτελέσματα για σφάλματα.
- Η μητέρα ήταν επιμελής στη χορήγηση των φαρμάκων του παιδιού της.
- Ο κηπουρός είναι επιμελής και φροντίζει κάθε φυτό με προσοχή.