κολλημένος
επίθετο1. Που έχει κολλήσει πάνω σε κάτι και δεν αποσπάται εύκολα.
2. Που έχει προσκολληθεί ή στερεωθεί σε επιφάνεια με κόλλα ή άλλη κολλητική ουσία.
3. Που παρουσιάζει αδυναμία να αλλάξει γνώμη ή συμπεριφορά, επιμένοντας σε σταθερές αντιλήψεις ή επιλογές.
Συνώνυμα
προσκολλημένος εθισμένος εμμονικός τσιμπημένος παγιδευμένος εγκλωβισμένος πιασμένος σφηνωμένος ακινητοποιημένος βιδωμένος καψούρης ιδεοληπτικός αμετακίνητος αφοσιωμένος καρφωμένος προσκολλούμενος ακίνητος δεμένος εξαρτημένος μολυσμένος προσηλωμένος μπλοκαρισμένος παθιασμένος πεισματάρης στατικός στενόμυαλος ανυποχώρητος συμφυρμένος οπισθοδρομικός προκατειλημμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μαγνήτης είναι κολλημένος στο ψυγείο.
- Έμεινα κολλημένος στην κίνηση για πάνω από μία ώρα.
- Είναι κολλημένος με τις λεπτομέρειες και δεν δέχεται αλλαγές.
- Ο αδερφός μου είναι κολλημένος στο κινητό του όλη μέρα.
- Φαίνεται κολλημένος στο παρελθόν και δεν προχωράει.
- Ο καθηγητής ήταν κολλημένος σε μια παλιά θεωρία και αρνήθηκε να τη συζητήσει.