κριτικός
επίθετο1. Που εκφράζει ή περιέχει κρίση ή αξιολόγηση, συχνά με επικριτικό ή αναλυτικό τόνο απέναντι σε πρόσωπα, έργα ή ιδέες.
2. Που είναι καθοριστικός για την έκβαση ή τη συνέχεια μιας κατάστασης, έχοντας μεγάλη σημασία σε κρίσιμη στιγμή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
επαινετικός ανεκτικός επιεικής αποδεκτικός ασήμαντος δευτερεύων επουσιώδης σταθερός θαυμαστής θετικός υποστηρικτικός αδιάφορος εγκωμιαστικός συγγραφέας σκηνοθέτης ποιητής μάγειρας ζωγράφος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κριτικός της εφημερίδας έγραψε θετική κριτική για την παράσταση.
- Οι κριτικοί επαίνεσαν το νέο μυθιστόρημα.
- Η γνώμη του κριτικού επηρέασε την πώληση των εισιτηρίων.
- Ο κριτικός συλλογισμός είναι απαραίτητος στην επιστημονική έρευνα.
- Ο χρόνος είναι κριτικός για την επιτυχία της επιχείρησης.