ερωτευμένος
επίθετο1. Που αισθάνεται έντονη ερωτική έλξη, στοργή ή θαυμασμό προς κάποιο πρόσωπο, συνήθως με επιθυμία συναισθηματικής ή σωματικής εγγύτητας.
Συνώνυμα
ερωτοχτυπημένος καψουρεμένος τσιμπημένος ξετρελαμένος παθιασμένος γοητευμένος καταγοητευμένος ξεμυαλισμένος ερωτοπαθής εραστής μαγεμένος σκαλωμένος σκλαβωμένος δεμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Πέτρος είναι ερωτευμένος με τη Μαρία και δεν μπορεί να σταματήσει να τη σκέφτεται.
- Παρά τις απορρίψεις, παρέμεινε ερωτευμένος μαζί της.
- Είναι ερωτευμένος με τη μουσική και αφιερώνει ώρες στη σύνθεση.
- Οι δύο τους ήταν ερωτευμένοι και περπατούσαν χέρι-χέρι στο πάρκο.
- Μετά το χωρισμό, αναγνώρισε ότι είχε μείνει ερωτευμένος για πολύ καιρό.