αμέτοχος

επίθετο

1. Που δεν συμμετέχει ή δεν παίρνει μέρος σε κάποια δραστηριότητα, γεγονός ή κατάσταση.

2. Που δεν εμπλέκεται σε ένα θέμα ή περιστατικό και δεν έχει ανάμειξη ή ευθύνη για αυτό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μάρτυρας ήταν αμέτοχος στη σύγκρουση και το δικαστήριο τον απάλλαξε.
  • Ακόμα κι όταν όλοι συζητούσαν έντονα, ο Νίκος παρέμεινε αμέτοχος.
  • Οι πολίτες δεν πρέπει να μένουν αμέτοχοι μπροστά σε αδικίες.
  • Η διοίκηση δηλώνει ότι είναι αμέτοχη στις αποφάσεις των τοπικών ομάδων.
  • Το κοινό έμεινε αμέτοχο μπροστά στο σοκαριστικό θέαμα.