εντυπωσιακός

επίθετο

Που προκαλεί έντονη εντύπωση ή θαυμασμό λόγω εμφάνισης, μεγέθους, ικανότητας ή αποτελέσματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το φόρεμα ήταν εντυπωσιακό και τράβηξε όλα τα βλέμματα.
  • Η ηθοποιός έκανε εντυπωσιακή ερμηνεία στη σκηνή.
  • Το νέο γυάλινο κτίριο είναι εντυπωσιακό από μακριά.
  • Οι φωτισμοί στην έκθεση δημιούργησαν εντυπωσιακές αντανακλάσεις.
  • Το αποτέλεσμα των πειραμάτων ήταν εντυπωσιακό και προκάλεσε συζήτηση.