ανεβασμένος

επίθετο

1. Που έχει μετακινηθεί ή τοποθετηθεί σε υψηλότερη θέση ή επίπεδο από ό,τι προηγουμένως.

2. Που παρουσιάζει μεγαλύτερη ποσότητα, τιμή ή ένταση σε σχέση με προηγούμενη κατάσταση.

3. Που βρίσκεται σε ζωηρή, ευφορική ή ενθουσιώδη διάθεση.

Συνώνυμα

ανυψωμένος υψωμένος αυξημένος ευφορικός μεθυσμένος φτιαγμένος διεγερμένος θυμωμένος αγριεμένος εκνευρισμένος νευριασμένος εκτοξευμένος φορτωμένος ενθουσιασμένος εκστασιασμένος χαρούμενος ευδιάθετος ερεθισμένος κουρδισμένος συναρπασμένος φορτισμένος υπερυψωμένος χαρωπός υψηλός συγκινημένος ζαλισμένος χαρμόσυνος αναζωογονημένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κόσμος στο πάρτι ήταν ανεβασμένος.
  • Ο πυρετός του ασθενούς είναι ανεβασμένος.
  • Ο λογαριασμός του ρεύματος ήρθε ανεβασμένος.
  • Ο πίνακας είναι ανεβασμένος στον τοίχο.
  • Μετά το ποτό ο Γιώργος ήταν ανεβασμένος και μιλούσε ασταμάτητα.