διαχυτικός

επίθετο

1. Που διαχέεται ή εξαπλώνεται εύκολα σε χώρο ή σε πλήθος στοιχείων, προκαλώντας ομοιόμορφη κατανομή ή παρουσία.

2. Που εκφράζει τα συναισθήματα ή τη στοργή ανοιχτά και ανεπιτήδευτα, με προθυμία να τα μοιραστεί με άλλους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διαχυτική μυρωδιά του φαγητού γέμισε όλο το διαμέρισμα.
  • Ήταν πολύ διαχυτικός στο πάρτι και αγκάλιαζε όλους τους παλιούς φίλους.
  • Ο διαχυτικός φωτισμός του δωματίου δημιούργησε ζεστή ατμόσφαιρα.
  • Οι διαχυτικοί τόνοι στη συζήτηση έδειχναν ότι οι σχέσεις είχαν βελτιωθεί.
  • Η παρουσία του είχε έναν διαχυτικό χαρακτήρα που έκανε τους άλλους να νιώθουν οικειότητα.