πρόθυμος
επίθετο1. Που δείχνει διάθεση να βοηθήσει, να συμμετάσχει ή να ανταποκριθεί χωρίς επιφύλαξη.
2. Που αποδέχεται με ευκολία προτάσεις, αιτήματα ή εντολές και ανταποκρίνεται γρήγορα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είμαι πρόθυμος να βοηθήσω όποτε χρειαστείτε.
- Η Δώρα ήταν πρόθυμη να πάρει επιπλέον βάρδιες στο νοσοκομείο.
- Οι εθελοντές ήταν πρόθυμοι να καθαρίσουν το πάρκο το Σάββατο.
- Το προσωπικό έδειξε πρόθυμο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη του προγράμματος.
- Ο πελάτης ήταν πρόθυμος να πληρώσει για την άμεση επισκευή.