θεαματικός
επίθετοΠου προκαλεί έντονο θαυμασμό ή εντύπωση με εντυπωσιακή εμφάνιση, απόδοση ή επίδραση.
Συνώνυμα
εντυπωσιακός φαντασμαγορικός εκπληκτικός καταπληκτικός εκθαμβωτικός συναρπαστικός επιβλητικός δραματικός θεατρικός ανεπανάληπτος θαυμαστός απίστευτος μεγαλειώδης μνημειώδης συνταρακτικός υπέροχος λαμπερός πομπώδης εκρηκτικός φοβερός τρελός άπαιχτος μαγευτικός μεγαλοπρεπής πανέμορφος συγκλονιστικός αξιοσημείωτος επιδεικτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ηλιοβασίλεμα ήταν θεαματικός και όλοι έμειναν να το θαυμάζουν.
- Η ομάδα έκανε μια θεαματική ανατροπή στο τέλος του αγώνα.
- Πρόκειται για θεαματική αύξηση των πωλήσεων μέσα σε έναν μήνα.
- Το νέο κτίριο έχει θεαματική θέα στη θάλασσα.
- Η παράσταση ξεκίνησε με ένα θεαματικό εναρκτήριο σκηνικό.