τετριμμένος

επίθετο

1. Που στερείται πρωτοτυπίας ή φρεσκάδας, λόγω επανάληψης ή ευρείας χρήσης και ως εκ τούτου προκαλεί αδιαφορία ή έλλειψη εντυπώσεων.

2. Που εμφανίζεται με τρόπο στερεοτυπικό ή πεζό, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον ή καλλιτεχνική αξία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η δικαιολογία του ήταν τόσο τετριμμένη που κανείς δεν την πίστεψε.
  • Το μαγαζί πουλάει τετριμμένα ρούχα σε χαμηλές τιμές.
  • Η ταινία χρησιμοποίησε τετριμμένες σκηνές δράσης που δεν εντυπωσίασαν.
  • Είναι ένας τετριμμένος άνθρωπος που αποφεύγει την καινοτομία.
  • Η συζήτηση έπεσε σε ένα τετριμμένο θέμα που όλοι είχαν ήδη εξαντλήσει.