επινοητικός
επίθετο1. Που έχει ικανότητα να επινοεί νέες ιδέες, μεθόδους ή λύσεις και να διαμορφώνει πρωτότυπες εφαρμογές ή προτάσεις.
Συνώνυμα
ευρηματικός εφευρετικός ευφάνταστος πολυμήχανος δημιουργικός πρωτότυπος καινοτόμος πρωτοποριακός ανατρεπτικός ευφυής έξυπνος πανούργος πονηρός ψαγμένος αυτοσχεδιαστικός ξύπνιος επινοημένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο επινοητικός μηχανικός επινόησε έναν τρόπο να μειώσει την κατανάλωση ενέργειας.
- Η επινοητική σχεδιάστρια χρησιμοποίησε ανακυκλώσιμα υλικά για το καινοτόμο φόρεμα.
- Το επινοητικό πρωτότυπο πέρασε τις δοκιμές και ετοιμάζεται για παραγωγή.
- Οι επινοητικοί μαθητές βρήκαν πρωτότυπες λύσεις στον διαγωνισμό ρομποτικής.
- Η ομάδα εφάρμοσε μια επινοητική τακτική διαπραγμάτευσης που απέφερε συμφωνία.