άκαρδος

επίθετο

1. Που στερείται συμπόνιας, ανθρωπιάς ή ευαισθησίας προς τα συναισθήματα και τις ανάγκες των άλλων.

2. Που συμπεριφέρεται σκληρά, ψυχρά ή αδιάφορα απέναντι σε πρόσωπα ή καταστάσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο άκαρδος εργοδότης απέλυσε πολλούς χωρίς προειδοποίηση.
  • Η άκαρδη απόφαση του δικαστηρίου σόκαρε την κοινή γνώμη.
  • Οι άκαρδοι γείτονές μας δεν ενδιαφέρθηκαν όταν τους καλέσαμε για βοήθεια.
  • Ένιωσε ότι η μοίρα ήταν άκαρδη μαζί του μετά το ατύχημα.
  • Προσπάθησε να τον πείσει, αλλά εκείνος παρέμεινε άκαρδος και δεν επέστρεψε τα χρήματα.