μαγεμένος
επίθετο1. Που έχει υποστεί μαγεία ή μάγια και εμφανίζει υπερφυσικές ιδιότητες, συμπεριφορές ή μεταβολές που αποδίδονται σε μαγική επίδραση.
2. Που έχει καταληφθεί από έντονο θαυμασμό ή γοητεία, με αποτέλεσμα να μένει εκστατικός ή απορροφημένος.
Συνώνυμα
μαγευμένος γοητευμένος σαγηνεμένος θαμπωμένος υπνωτισμένος εκστασιασμένος κατενθουσιασμένος εντυπωσιασμένος ενθουσιασμένος μαγικός εκστατικός συναρπασμένος συγκλονισμένος ερωτευμένος απορροφημένος συγκινημένος λιωμένος αιχμάλωτος αποσβολωμένος εμβρόντητος
Αντώνυμα
αδιάφορος ανεπηρέαστος απαθής ψυχρός βαριεστημένος ουδέτερος αμέτοχος αποστασιοποιημένος απογοητευμένος αηδιασμένος κουρασμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Η μάγισσα άφησε τη βασίλισσα μαγεμένη.
- Ο ταξιδιώτης έμεινε μαγεμένος από το τοπίο.
- Οι θεατές έμειναν μαγεμένοι μπροστά στο θέαμα.
- Το κοινό ήταν μαγεμένο από την παράσταση.
- Το παιδί στέκεται μαγεμένο και κοιτάει τα πυροτεχνήματα.
- Η ιστορία την είχε αφήσει μαγεμένη.