ευαίσθητος
επίθετο1. Που αντιδρά συναισθηματικά με ευκολία σε εξωτερικά ερεθίσματα ή καταστάσεις, εμφανίζοντας έντονα συναισθήματα.
2. Που επηρεάζεται ή παρουσιάζει έντονη αντίδραση σε μικρές φυσικές μεταβολές ή ερεθίσματα, όπως φως, ήχος, άγγιγμα ή θερμοκρασία.
Συνώνυμα
ευσυγκίνητος ευερέθιστος συναισθηματικός λεπτόψυχος ευπρόσβλητος δεκτικός μαλακός τρυφερός επώδυνος θιγμένος λεπτεπίλεπτος τρωτός ευάλωτος ευαισθητοποιημένος ευπαθής επιρρεπής εύθραυστος λεπτός διακριτικός μαλθακός ελεήμων καλοσυνάτος καλόκαρδος τσιμπημένος
Αντώνυμα
ασυγκίνητος αδιάφορος σκληρός σκληρόκαρδος ψυχρός άψυχος απαθής μουδιασμένος αναίσθητος ανθεκτικός απτόητος άκαμπτος ανεπηρέαστος απρόσβλητος σιδερένιος ωμός άκαρδος άτρωτος ανάλγητος βάναυσος εύρωστος νταής σκληροτράχηλος χοντροκέφαλος άτεγκτος απάνθρωπος βάρβαρος αποστασιοποιημένος ατσάλινος χονδροειδής
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης είναι πολύ ευαίσθητος και συγκινείται εύκολα.
- Έχει ευαίσθητο δέρμα και πρέπει να χρησιμοποιεί ειδικά σαπούνια.
- Πρόσεξε πώς θα μιλήσεις γι' αυτό το ευαίσθητο θέμα.
- Τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα πρέπει να προστατεύονται.
- Ο επιστήμονας ρύθμισε τον ευαίσθητο αισθητήρα πριν το πείραμα.