ανιαρός

επίθετο

1. Που προκαλεί αίσθημα ανίας ή έλλειψης ενδιαφέροντος λόγω περιορισμένης ποικιλίας ή απουσίας ερεθισμάτων.

2. Που παρουσιάζει έλλειψη ζωντάνιας, κίνησης ή δραστηριότητας, με αποτέλεσμα να κουράζει ψυχικά ή πνευματικά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καθηγητής στο μάθημα ήταν ανιαρός.
  • Ο διάλογος έγινε ανιαρός και όλοι κοιτούσαν το ρολόι.
  • Ο καιρός ήταν ανιαρός και γκρίζος όλο το πρωί.
  • Ο χώρος της έκθεσης φαινόταν ανιαρός χωρίς μουσική ή κόσμο.
  • Ο τόνος του παρουσιαστή ήταν ανιαρός.