ανιαρός
επίθετο1. Που προκαλεί αίσθημα ανίας ή έλλειψης ενδιαφέροντος λόγω περιορισμένης ποικιλίας ή απουσίας ερεθισμάτων.
2. Που παρουσιάζει έλλειψη ζωντάνιας, κίνησης ή δραστηριότητας, με αποτέλεσμα να κουράζει ψυχικά ή πνευματικά.
Συνώνυμα
βαρετός μονότονος μονοτονικός αδιάφορος ανούσιος μπανάλ τετριμμένος κοινότοπος κουραστικός βαρεμένος άχαρος άνοστος άχρωμος άτονος χλιαρός στεγνός μίζερος απογοητευτικός κοινοτυπικός μέτριος πεζός
Αντώνυμα
συναρπαστικός διασκεδαστικός ευχάριστος απολαυστικός εκθαμβωτικός μαγευτικός σαγηνευτικός αστείος τρομερός εκπληκτικός διαστημικός ενδιαφέρον αναζωογονητικός θεαματικός καθηλωτικός μεθυστικός συνταρακτικός χαρισματικός ενδιαφέρων ζωντανός ελκυστικός ψυχαγωγικός εντυπωσιακός γοητευτικός συγκλονιστικός αξιοθαύμαστος δραματικός ζωηρός θαυμάσιος θαυμαστός θελκτικός κουλ κωμικός υπέροχος καταπληκτικός ανατριχιαστικός ενθουσιώδης θαυματουργός θεσπέσιος σούπερ μαγικός αξιόλογος δελεαστικός λαχταριστός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καθηγητής στο μάθημα ήταν ανιαρός.
- Ο διάλογος έγινε ανιαρός και όλοι κοιτούσαν το ρολόι.
- Ο καιρός ήταν ανιαρός και γκρίζος όλο το πρωί.
- Ο χώρος της έκθεσης φαινόταν ανιαρός χωρίς μουσική ή κόσμο.
- Ο τόνος του παρουσιαστή ήταν ανιαρός.