συνεργάσιμος
επίθετο1. Που είναι πρόθυμος και διαθέσιμος να συνεργαστεί με άλλους, συμμετέχοντας ενεργά και συμβάλλοντας στη συλλογική προσπάθεια.
2. Που διευκολύνει την από κοινού εργασία λόγω ευελιξίας, προσαρμοστικότητας ή θετικής στάσης.
Συνώνυμα
συνεργατικός συνεργαζόμενος πρόθυμος δεκτικός διατεθειμένος συναινετικός συμβιβαστικός διαλλακτικός ευέλικτος ελαστικός υπάκουος προσηνής προσιτός φιλικός συμμετοχικός ευπρόσδεκτος ευμενής
Αντώνυμα
αδιάλλακτος απρόθυμος αμετάπειστος εχθρικός ανυπάκουος αντιδραστικός ανταγωνιστικός απορριπτικός αντίθετος δύσκολος εριστικός προβληματικός σπαστικός αδιάφορος δύστροπος αμετακίνητος αρνητικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης είναι πολύ συνεργάσιμος στις ομαδικές εργασίες.
- Με έναν συνεργάσιμος μαθητή, το μάθημα προχωρά πιο εύκολα.
- Η Άννα είναι συνεργάσιμη και πάντα βοηθά τους συναδέλφους της.
- Χρειαζόμαστε ένα συνεργάσιμος άτομο για αυτή τη θέση.
- Ο διευθυντής ήταν συνεργάσιμος και δέχτηκε τις προτάσεις μας.
- Τα παιδιά έγιναν πιο συνεργάσιμα όταν τους εξηγήσαμε τον στόχο.