θελκτικός
επίθετοΠου προκαλεί ισχυρή έλξη, ενδιαφέρον ή θαυμασμό και παρακινεί την προσέγγιση, την προσοχή ή τη συμπάθεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η θελκτική παρουσία της σε έκανε να την προσέξεις.
- Το θελκτικό άρωμα του καφέ γέμισε το δωμάτιο.
- Η θελκτική προσφορά των εισιτηρίων εξαντλήθηκε γρήγορα.
- Ο θελκτικός λόγος του καθηγητή κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον.
- Τα θελκτικά χρώματα του πίνακα τράβηξαν τα βλέμματα.
- Οι θελκτικές κινήσεις της χορεύτριας μάγευαν το κοινό.