μαχητικός
άλλοΠου δείχνει διάθεση για αγώνα, αντίσταση ή ενεργή αντιμετώπιση δυσκολιών και προκλήσεων.
Συνώνυμα
μάχιμος μαχόμενος ετοιμοπόλεμος επιθετικός πολεμικός αγωνιστικός εχθρικός ανυποχώρητος αδιάλλακτος στρατευμένος τσαμπουκαλεμένος ανυπότακτος εριστικός σκληρός θαρραλέος ατρόμητος απτόητος ανδρείος ηρωικός πολεμοχαρής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο στρατιώτης ήταν μαχητικός στη μάχη.
- Η δικηγόρος ήταν μαχητική στην υπεράσπιση του πελάτη της.
- Οι μαχητικοί διαδηλωτές απαιτούσαν κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.
- Η ομάδα ήταν μαχητική μέχρι το τέλος.
- Έγραψε ένα μαχητικό άρθρο κατά της διαφθοράς.
- Οι μητέρες στο σύλλογο ήταν μαχητικές όταν ζητούσαν βελτιώσεις στις σχολικές υποδομές.