σπλαχνικός
άλλο1. Που αφορά ή σχετίζεται με τα σπλάχνα, τα εσωτερικά όργανα του σώματος.
2. Που εκδηλώνεται με έντονη, βαθιά και εσωτερική συγκίνηση ή παρόρμηση.
Συνώνυμα
ευσπλαχνικός ευσπλαχνής ελεήμων συμπονετικός οικτίρμων σπλαχνιακός επιεικής ενδοκοιλιακός καλόκαρδος συγχωρητικός εσωτερικός τρυφερός στοργικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα σπλαχνικά όργανα λειτουργούν σωστά.
- Ένιωσε σπλαχνικό πόνο στην κοιλιά μετά το γεύμα.
- Ήταν σπλαχνικός απέναντι στους φτωχούς και τους πρόσφυγες.
- Τον κατέλαβαν σπλαχνικά αισθήματα όταν είδε το παιδί να κρυώνει.
- Στην έκθεση αναφέρονται σπλαχνικές βλάβες του ήπατος.