απτόητος
επίθετοΠου δεν αποθαρρύνεται ούτε τρομάζει από δυσκολίες, αντιξοότητες ή κινδύνους και διατηρεί ψυχραιμία, αποφασιστικότητα και επιμονή.
Συνώνυμα
ατάραχος ανεπηρέαστος ατρόμητος ανυποχώρητος αμετακίνητος άφοβος ψύχραιμος ακάθεκτος ασυγκίνητος αμέριμνος ανένδοτος απερίσπαστος αδιάφορος ακατάβλητος αποφασισμένος μαχητικός
Αντώνυμα
ταραγμένος κλονισμένος φοβισμένος εκφοβισμένος αποθαρρημένος συντετριμμένος πληγωμένος άναυδος εμβρόντητος θιγμένος ηττημένος σοκαρισμένος ανήσυχος διστακτικός παραδομένος ευαίσθητος ευάλωτος αδύναμος συναισθηματικός
Παραδείγματα χρήσης
- Παρά τις έντονες αντιδράσεις, ο δημοσιογράφος παρέμεινε απτόητος.
- Ο μαθητής έμεινε απτόητος μπροστά στις δύσκολες ερωτήσεις του τεστ.
- Ακόμα και μετά τις πολλές αποτυχίες, ο επιχειρηματίας παρέμεινε απτόητος και δοκίμασε ξανά.
- Μια έκρηξη προκάλεσε πανικό, αλλά αυτός παρέμεινε απτόητος και οδήγησε τους υπόλοιπους σε ασφαλές μέρος.
- Ο αθλητής δέχθηκε επικρίσεις για την εμφάνισή του αλλά έμεινε απτόητος και κέρδισε στον τελικό.