θαυματουργός
επίθετο1. Που ενεργεί ή προκαλεί θαύματα, ιδίως με υπερφυσικό ή θρησκευτικό τρόπο.
2. Που προκαλεί έντονο θαυμασμό ή έκπληξη εξαιτίας εξαιρετικής ικανότητας, αποτελέσματος ή ιδιότητας.
Συνώνυμα
θαυματουργικός θαυμαστός μαγικός υπερφυσικός θεϊκός ιαματικός μάγος εκπληκτικός απίθανος εξωπραγματικός υπέροχος θαυμάσιος αξιοθαύμαστος καταπληκτικός θείος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο θαυματουργός Άγιος Νικόλαος θεωρείται προστάτης των ναυτικών.
- Η εικόνα της Παναγίας θεωρείται θαυματουργή και προσελκύει πλήθη πιστών.
- Το νέο σκεύασμα διαφημίστηκε ως θαυματουργό, παρόλο που δεν έχει κλινικές αποδείξεις.
- Ο καθηγητής είχε έναν θαυματουργό τρόπο να εξηγεί τις δύσκολες έννοιες.
- Οι θαυματουργές θεραπείες που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο μπορεί να αποδειχθούν επικίνδυνες.