έκπληκτος

επίθετο

1. Που νιώθει έντονη, ξαφνική αντίδραση λόγω απροσδόκητου, ασυνήθιστου ή εντυπωσιακού γεγονότος, πληροφορίας ή θέασης.

2. Που εκφράζει με την εμφάνιση, τη συμπεριφορά ή την έκφραση του προσώπου την κατάσταση του ξαφνιάσματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έμεινε έκπληκτος όταν άκουσε τα νέα.
  • Η Μαρία ήταν έκπληκτη με το παράδοξο αποτέλεσμα.
  • Οι γονείς έμειναν έκπληκτοι στο τέλος της παράστασης.
  • Το κοινό έμεινε έκπληκτο από την ξαφνική στροφή της πλοκής.
  • Ο καθηγητής φάνηκε έκπληκτος από την ειλικρινή απάντηση του μαθητή.