έκπληκτος
επίθετο1. Που νιώθει έντονη, ξαφνική αντίδραση λόγω απροσδόκητου, ασυνήθιστου ή εντυπωσιακού γεγονότος, πληροφορίας ή θέασης.
2. Που εκφράζει με την εμφάνιση, τη συμπεριφορά ή την έκφραση του προσώπου την κατάσταση του ξαφνιάσματος.
Συνώνυμα
εμβρόντητος άναυδος εκπλαγμένος άφωνος αποσβολωμένος κάγκελος αφοπλισμένος κατάπληκτος σαστισμένος θαυμασμένος εντυπωσιασμένος σοκαρισμένος απορημένος θορυβημένος ταραγμένος συγκλονισμένος εκθαμβωμένος ζαλισμένος θαμπωμένος παγωμένος εκστατικός ενθουσιασμένος απροετοίμαστος πελαγωμένος συγχυσμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έμεινε έκπληκτος όταν άκουσε τα νέα.
- Η Μαρία ήταν έκπληκτη με το παράδοξο αποτέλεσμα.
- Οι γονείς έμειναν έκπληκτοι στο τέλος της παράστασης.
- Το κοινό έμεινε έκπληκτο από την ξαφνική στροφή της πλοκής.
- Ο καθηγητής φάνηκε έκπληκτος από την ειλικρινή απάντηση του μαθητή.