ευμενής

επίθετο

1. Που εκδηλώνει ή εκφράζει ευνοϊκή διάθεση προς κάποιον ή κάτι, αντιμετωπίζοντας με καλοπροαίρετη και υποστηρικτική στάση.

2. Που ευνοεί την επιτυχία, την ανάπτυξη ή την ευνοϊκή έκβαση ενός γεγονότος, συνθήκης ή σχεδίου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καιρός ήταν ευμενής για την υπαίθρια συναυλία.
  • Η διευθύντρια ήταν ευμενής απέναντι στους νέους υπαλλήλους.
  • Ο κριτής ήταν ευμενής στην αξιολόγηση των αρχάριων.
  • Η εφημερίδα υπήρξε ευμενής προς την τοπική επιχείρηση.
  • Η πρόγνωση του γιατρού ήταν ευμενής.