συμπαθής
επίθετο1. Που προκαλεί θετική διάθεση και προθυμία άλλων να προσεγγίσουν ή να συναναστραφούν, εξαιτίας ευγένειας, ζεστασιάς ή ανεπιτήδευτου χαρακτήρα.
2. Που παρουσιάζει ευχάριστη όψη, έκφραση ή τρόπο συμπεριφοράς που διευκολύνει την κοινωνική επικοινωνία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νέος καθηγητής είναι συμπαθής στους μαθητές.
- Η νέα γειτόνισσα είναι συμπαθής και μας προσέφερε καφέ.
- Το γατάκι είναι συμπαθές και παίζει συνέχεια.
- Οι συνάδελφοί μου είναι συμπαθείς και συνεργάζονται καλά.
- Φαίνεται συμπαθής, αλλά δεν τον ξέρω καλά.