λατρευτός

επίθετο

1. Που προκαλεί έντονο συναίσθημα στοργής, αφοσίωσης και θαυμασμού σε άτομα που το εκτιμούν ή το ακολουθούν.

2. Που γίνεται αντικείμενο θρησκευτικής ή λατρευτικής προσέγγισης και θεωρείται ιερό ή θεϊκό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο λατρετός μου δάσκαλος μου έμαθε να αγαπώ τη μουσική.
  • Η ηθοποιός παραμένει λατρετή στο κοινό εδώ και χρόνια.
  • Το παλιό βιβλιοπωλείο της γειτονιάς είναι λατρετό στους φοιτητές.
  • Οι λατρετοί φίλοι της γιόρτασαν μαζί της τα γενέθλια.
  • Το τραγούδι έγινε λατρευτό και το άκουγαν παντού στο ραδιόφωνο.