λατρευτός
επίθετο1. Που προκαλεί έντονο συναίσθημα στοργής, αφοσίωσης και θαυμασμού σε άτομα που το εκτιμούν ή το ακολουθούν.
2. Που γίνεται αντικείμενο θρησκευτικής ή λατρευτικής προσέγγισης και θεωρείται ιερό ή θεϊκό.
Συνώνυμα
αγαπητός αγαπημένος λατρεμένος πολυαγαπητός συμπαθής συμπαθητικός δημοφιλής γοητευτικός χαριτωμένος γλυκός αξιολάτρευτος σεβαστός θαυμαστός περιζήτητος εξαίσιος θεός απολαυστικός
Αντώνυμα
μισητός μισημένος απεχθής αντιπαθητικός αχώνευτος ανεπιθύμητος σιχαμένος αποκρουστικός βδελυρός απαίσιος δυσάρεστος αδιάφορος εχθρικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λατρετός μου δάσκαλος μου έμαθε να αγαπώ τη μουσική.
- Η ηθοποιός παραμένει λατρετή στο κοινό εδώ και χρόνια.
- Το παλιό βιβλιοπωλείο της γειτονιάς είναι λατρετό στους φοιτητές.
- Οι λατρετοί φίλοι της γιόρτασαν μαζί της τα γενέθλια.
- Το τραγούδι έγινε λατρευτό και το άκουγαν παντού στο ραδιόφωνο.