καλοσυνάτος

επίθετο

Που έχει καλή φύση και εμφανίζει ευγένεια, επιείκεια και προθυμία να βοηθά ή να φροντίζει τους άλλους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καλοσυνάτος γείτονας μας πάντα βοηθάει όταν έχουμε ανάγκη.
  • Η καλοσυνάτη δασκάλα εξήγησε υπομονετικά τα δύσκολα σημεία.
  • Το καλοσυνάτο παιδί μοιράστηκε τα παιχνίδια του με τους φίλους.
  • Οι καλοσυνάτοι κάτοικοι του χωριού υποδέχτηκαν θερμά τους επισκέπτες.
  • Είχε ένα καλοσυνάτο χαμόγελο που έκανε όλους να αισθάνονται άνετα.