ευλαβής

επίθετο

1. Που δείχνει βαθιά ευλάβεια ή θρησκευτικό σεβασμό απέναντι σε θεότητες, ιερά πρόσωπα ή θρησκευτικές πρακτικές.

2. Που ενεργεί με προσοχή, σεβασμό και επιμέλεια, ιδίως όταν αφορά κάτι ιερό ή σημαντικό.

Συνώνυμα

ευσεβής ευλαβικός θεοσεβής θρησκευόμενος σεβαστικός σεβόμενος πιστός αγιασμένος αφοσιωμένος προσεκτικός επιμελής νουνεχής ταπεινός θρησκευτικός θρησκόληπτος άγιος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ευλαβής παππούς ανάβει ένα κερί στην εκκλησία κάθε Κυριακή.
  • Η ευλαβής μοναχή προσευχόταν ασταμάτητα.
  • Ο μαθητής ήταν ευλαβής στην τήρηση των κανόνων του εργαστηρίου.
  • Η νέα δασκάλα ήταν ευλαβής απέναντι στις παραδόσεις του χωριού.
  • Ο οδηγός ήταν ευλαβής και ακολούθησε όλες τις προδιαγραφές ασφαλείας.