ενδιαφερόμενος
επίθετο1. Που δείχνει ή έχει έντονο ενδιαφέρον, προσοχή ή έγνοια για κάτι.
2. Που αναφέρεται σε πρόσωπο που επιθυμεί, επιδιώκει ή έχει δικαίωμα να συμμετάσχει, να πληροφορηθεί ή να επηρεάσει μια υπόθεση, διαδικασία ή δραστηριότητα.
Συνώνυμα
ενασχολούμενος εμπλεκόμενος υποψήφιος αιτών θιασώτης περίεργος προσηλωμένος αφοσιωμένος συμμετέχων μετέχων οπαδός ενθουσιώδης πρόθυμος φιλόξενος φανατικός πελάτης εντολέας συμμέτοχος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν αίτηση έως την Παρασκευή.
- Υπάρχει ένας ενδιαφερόμενος αγοραστής για το σπίτι.
- Η ενδιαφερόμενη εταιρεία ζήτησε επιπλέον πληροφορίες.
- Ως ενδιαφερόμενο μέρος, πρέπει να ενημερωθείς για τις αλλαγές.
- Οι ενδιαφερόμενες πλευρές συμφώνησαν στη συνάντηση.