ασυγκίνητος
επίθετο1. Που δεν συγκινείται εύκολα ή καθόλου, που δεν εκδηλώνει συναισθηματική αντίδραση σε γεγονότα, λόγια ή ερεθίσματα.
2. Που δεν παρουσιάζει εμφανή εκφραστική ή συναισθηματική αλλαγή, ακόμα και σε καταστάσεις που συνήθως προκαλούν συγκίνηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
συγκινημένος ευσυγκίνητος φλογερός θιγμένος συγκινητικός συγκλονισμένος συναισθηματικός ευαίσθητος ταραγμένος συντετριμμένος σπαραγμένος καθηλωτικός εκστατικός παθιασμένος διατεθειμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Έμεινε ασυγκίνητος όταν άκουσε τα δυσάρεστα νέα.
- Ο κριτής παρέμεινε ασυγκίνητος μπροστά στις επευφημίες του κοινού.
- Παρά τις θερμές εκκλήσεις των συναδέλφων, ο διευθυντής έμεινε ασυγκίνητος.
- Η σκληρή κριτική δεν τον συγκίνησε· παρέμεινε ασυγκίνητος.
- Στη συζήτηση για την ηθική, ο καθηγητής έμεινε ασυγκίνητος και προσέγγισε το θέμα ψυχρά και αντικειμενικά.