καθηλωτικός
επίθετο1. Που συγκρατεί έντονα την προσοχή, προκαλώντας ισχυρό ενδιαφέρον ή συγκίνηση.
2. Που προκαλεί αίσθηση ακινησίας ή παγώματος, σωματικής ή ψυχικής, εξαιτίας φόβου, δέους ή έντονου πόνου.
Συνώνυμα
συναρπαστικός απορροφητικός συγκλονιστικός συγκινητικός σαγηνευτικός γοητευτικός μαγνητικός υποβλητικός ακαταμάχητος ελκυστικός δραματικός ενδιαφέρων εντυπωσιακός εκπληκτικός καταπληκτικός πιασάρικος κολλητικός εθιστικός σπαρακτικός σούπερ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ηθοποιός στον πρωταγωνιστικό ρόλο ήταν καθηλωτικός.
- Η παράσταση είχε μια καθηλωτική σκηνή που συγκίνησε όλο το κοινό.
- Το φινάλε της ταινίας ήταν καθηλωτικό.
- Οι καθηλωτικοί διάλογοι κράτησαν το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος.
- Ο καθηλωτικός πόνος τον ανάγκασε να μείνει στο κρεβάτι για εβδομάδες.