διάλυση
ουσιαστικό1. Διαδικασία κατά την οποία μια ουσία (συνήθως στερεή ή αέρια) διασκορπίζεται και ομογενοποιείται σε ρευστό, σχηματίζοντας διάλυμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
σύνθεση ένωση γάμος σχηματισμός αναγέννηση συνάθροιση συνέλευση συναγωγή σύναξη σύνοδος παρασκευή αλυσίδα συνεδρίαση δομή συνδυασμός διαμόρφωση εδραίωση ενοποίηση μάζωξη συσπείρωση σύμπλεγμα φτιάξιμο σύσταση συγχώνευση συνένωση οργάνωση σύνδεση δημιουργία ανάκαμψη αποκατάσταση δημιούργημα διάταξη διευθέτηση ηγεσία ομοσπονδία παράταξη πλέγμα συγκόλληση συνέδριο συνδιάσκεψη συνδιαλλαγή συντήρηση σύζευξη σύμβαση τακτοποίηση τοποθέτηση συνάντηση συμβόλαιο συλλογή διοίκηση δεσμός σύστημα κράτος οργανισμός συρροή σύνδεσμος δέσιμο κατασκευή σύσκεψη απόθεση διάρθρωση διαφύλαξη επανένωση επανασύνδεση καθίζηση κατάρτιση κινητοποίηση ντιλ στήσιμο στύλος συμπύκνωση συναρμολόγηση συρραφή σμίξιμο συνδικάτο συγκέντρωση συσσώρευση διατήρηση σταθεροποίηση διακυβέρνηση εγκατάσταση κοινοπολιτεία παράσταση σωρός τάγμα επιδιόρθωση επισκευή συντονισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η διάλυση του αλατιού στο νερό ήταν γρήγορη.
- Η διάλυση της Βουλής οδήγησε σε πρόωρες εκλογές.
- Η διάλυση του συγκροτήματος στενοχώρησε τους θαυμαστές.
- Η διάλυση του γάμου τους ήταν αναπόφευκτη.
- Η διάλυση του βράχου από τα κύματα άλλαξε την ακτογραμμή.