κατρακύλα
άλλο1. Απότομη και ανεξέλεγκτη κίνηση προς τα κάτω ή προς χειρότερη κατάσταση.
2. Ραγδαία υποχώρηση, πτώση ή επιδείνωση σε τιμή, απόδοση, κατάσταση ή πορεία.
Συνώνυμα
πτώση κάθοδος κατάρρευση κατρακύλισμα παρακμή υποχώρηση βύθιση κατάπτωση υποβάθμιση κάμψη κατρακύλημα συντριβή οπισθοδρόμηση βουτιά επιδείνωση διάλυση αποσύνθεση ύφεση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κατρακύλα της μπάλας από τον λόφο έκανε όλα τα παιδιά να τρέξουν.
- Η κατρακύλα της εταιρείας μετά το σκάνδαλο κόστισε πολλές δουλειές.
- Η κατρακύλα των αξιών στον δημόσιο βίο ανησυχεί πολλούς πολίτες.
- Μετά το ατύχημα, η κατρακύλα της υγείας του ήταν ραγδαία.
- Η συζήτηση πήρε την κατρακύλα και οι τόνοι ανέβηκαν επικίνδυνα.