συναρμολόγηση
ουσιαστικό1. Διαδικασία τοποθέτησης, σύνδεσης και ρύθμισης εξαρτημάτων ή μερών ώστε να σχηματιστεί ένα λειτουργικό αντικείμενο ή σύστημα.
Συνώνυμα
μοντάρισμα συναρμογή στήσιμο σύνθεση κατασκευή εγκατάσταση σετάρισμα συνένωση τοποθέτηση βίδωμα μοντάζ σύνδεση ένωση ενσωμάτωση χτίσιμο λειτουργία
Αντώνυμα
αποσυναρμολόγηση ξεμοντάρισμα αποσυναρμογή αποδόμηση διάλυση αφαίρεση ξεστήσιμο διαχωρισμός αποσύνθεση αποσύνδεση
Παραδείγματα χρήσης
- Η συναρμολόγηση του επίπλου χρειάζεται δύο άτομα.
- Οι οδηγίες για τη συναρμολόγηση βρίσκονται μέσα στο κουτί.
- Στη γραμμή παραγωγής, η συναρμολόγηση πραγματοποιείται με αυτοματισμούς.
- Αμέσως μετά τη συναρμολόγηση, γίνεται έλεγχος ποιότητας και δοκιμές.
- Ο οδηγός δείχνει τα βήματα για τη συναρμολόγηση ενός προσωπικού υπολογιστή.