συσσώρευση
ουσιαστικό1. Σταδιακή συγκέντρωση υλικών, αντικειμένων ή ουσιών σε συγκεκριμένο σημείο ή χώρο, που οδηγεί σε αύξηση της ποσότητας ή του όγκου.
Συνώνυμα
συσσώρευμα συσσώρεμα συγκέντρωση συμφόρηση απόθεση εναπόθεση συγκέντρωμα σμήνος συνάθροιση συλλογή συρροή αποταμίευση μάζωξη στοίβα βουνό μάζα συστοιχία αποθήκευση αφθονία πλήθος συνωστισμός σχηματισμός απόφραξη συνολότητα σύγκλιση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συσσώρευση του χιονιού δημιούργησε προβλήματα στις οδικές συγκοινωνίες.
- Η συσσώρευση της σκόνης πάνω στα ράφια απαιτεί καθάρισμα.
- Η συσσώρευση χρεών στο νοικοκυριό οδήγησε σε οικονομική ασφυξία.
- Η συσσώρευση πλακών στις αρτηρίες αυξάνει τον κίνδυνο καρδιακών επεισοδίων.
- Η συσσώρευση αιτήσεων στο τμήμα προκαλεί καθυστερήσεις στην εξυπηρέτηση.