θρυμματισμός
ουσιαστικό1. Διάσπαση στερεού σώματος ή υλικού σε μικρότερα κομμάτια ή θραύσματα με εφαρμογή δύναμης, κρούσης ή μηχανικών μέσων.
2. Το αποτέλεσμα αυτής της διάσπασης, δηλαδή τα προκύπτοντα θραύσματα ή σωματίδια.
Συνώνυμα
κατακερματισμός θραυσματοποίηση θραύση σύνθλιψη συντριβή συντριμμός σπάσιμο άλεση λείανση κάταγμα τεμαχισμός διάσπαση διάλυση κατάτμηση σκόρπισμα κατάρρευση αποσύνθεση αποδόμηση αποσυγκέντρωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο θρυμματισμός των βράχων χρειάζεται βαριά μηχανήματα.
- Ο θρυμματισμός του πάγου στο εργαστήριο έγινε με ειδικό εξοπλισμό.
- Ο θρυμματισμός των δειγμάτων βελτίωσε την ομοιογένεια για την ανάλυση.
- Ο θρυμματισμός των ελπίδων τους μετά την ανακοίνωση ήταν εμφανής.
- Ο θρυμματισμός των παραδοσιακών δομών προκάλεσε κοινωνικές ανακατατάξεις.