κράτος
ουσιαστικό1. Πολιτικό οργανωμένο σύνολο ανθρώπων και θεσμών που ασκεί κυριαρχία επί συγκεκριμένης γεωγραφικής επικράτειας και θεσπίζει κανόνες για τη διακυβέρνηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κράτος αποφάσισε να επιβάλει νέα μέτρα για την υγεία.
- Τα έσοδα του κράτους μειώθηκαν πέρυσι.
- Πολλά κράτη συνεργάζονται για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
- Η χρηματοδότηση από το κράτος είναι απαραίτητη για τα δημόσια νοσοκομεία.
- Το κράτος δικαίου πρέπει να διασφαλίζει ίση μεταχείριση των πολιτών.